![]() |
Η
Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο κατώφλι του 20ού αιώνα, μαζί με την τσαρική
(ρωσική) και την αψβουργική (αυστροουγγρική) αποτελούσαν τις τελευταίες
πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Ηταν αναμενόμενο ότι κάποια στιγμή αυτή η
φεουδαρχική εξουσία θα εξελίσσονταν σε σοβαρό εμπόδιο για την εθνική
αστική ανάπτυξη των Νότιων Σλάβων, των Αρμενίων, των Αράβων, ακόμα και
των Τούρκων.
Ο Σουλτάνος, όντας ο κατεξοχήν ηγέτης της
υπεράσπισης του παλιού, ήταν υποχρεωμένος από τα ίδια τα πράγματα να
αξιοποιεί στο έπακρο τα ελάχιστα μέσα που διέθετε για τη διατήρηση της
παλιάς τάξης πραγμάτων, εκπροσωπούσε από τα ίδια τα πράγματα την
αντίδραση σε όλες τις μορφές της.Ο Σουλτάνος, όντας ταυτόχρονα και η κορυφαία θρησκευτική αρχή των απανταχού μουσουλμάνων (χαλίφης), ήταν σε θέση, με τη στενή συνεργασία του μουσουλμανικού κλήρου, να καλλιεργήσει στο έπακρο την ιδέα του πανισλαμισμού ως αποτελεσματικού ιδεολογικού όπλου καταπίεσης ταξικών ή εθνικών διεκδικήσεων.
Διαθέτοντας έναν πολυπληθή (αμόρφωτο στην πλειοψηφία του) στρατό, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από Τούρκους αγρότες και λιγότερο από άλλα μουσουλμανικά ή εξισλαμισμένα στοιχεία, ήταν σε θέση, εκμεταλλευόμενος την ισχυρή πίστη του στον ανώτατο θρησκευτικό και κρατικό ηγέτη, να καταστείλει οποιαδήποτε εξέγερση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναλογίζεται την έκταση μιας αιματοχυσίας. Απεναντίας, οι αιματηρές καταστολές των προσπαθειών αμφισβήτησης της καθεστηκυΐας τάξης από «αλλόθρησκους» (και ταυτόχρονα «αλλόφυλους») λειτουργούσε και ως βαλβίδα εκτόνωσης για το σύστημα (κάτι παρόμοιο με τα τσαρικά αντιεβραϊκά πογκρόμ, όμως σε μεγαλύτερη έκταση). Στην ουσία, οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ή οργάνωση τολμούσε να αμφισβητήσει το Σουλτάνο, ειδικά τον Αβδουλχαμίτ το Β΄ (1876-1909), αν δεν (μερικές φορές ακόμα κι αν) εξαγοραζόταν, αντιμετώπιζε το θάνατο ή «τουλάχιστον» τα φρικτά οθωμανικά κάτεργα. Ταυτόχρονα όμως οι μεταρρυθμίσεις, που κατά καιρούς εφαρμόζονταν ή εξαγγέλλονταν, λειτουργούσαν και ως καθησυχαστικό μέσο, τουλάχιστον για μερίδες των καταπιεσμένων εθνοτήτων, ακόμα και κατά τη βασιλεία του Αβδουλχαμίτ.
![]() |
Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτής της χώρας. Για παράδειγμα, στις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αστική τάξη της χώρας αποτελούνταν κυρίως από το εμπορικό κεφάλαιο, που στο μεγαλύτερό του μέρος ήταν ελληνικό, αρμένικο, εβραϊκό και συριακό. Αυτό το χριστιανικό (καθολικό και ορθόδοξο) ελληνικό και αρμενικό τμήμα της αστικής τάξης ήταν κυρίως προσανατολισμένο στη στενή συνεργασία με συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία). Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις «διομολογήσεις», η Γαλλία και η Ρωσία είχαν το δικαίωμα κατά το δοκούν να αναμειγνύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς όφελος των καθολικών και ορθόδοξων χριστιανών αντίστοιχα. Ετσι όχι μόνο υπήκοοι αυτών των κρατών, αλλά ακόμα και «προστατευόμενες» απ' αυτές πληθυσμιακές ομάδες (και δεν εννοούμε τους ανίσχυρους χριστιανούς μικρούς αγρότες, χειροτέχνες και εργάτες) δεν υπάγονταν πλέον στη δικαιοδοσία της οθωμανικής π.χ. δικαιοσύνης και γι' αυτές ίσχυαν, επίσης, ειδικοί χαμηλοί φόροι και τέλη.
![]() |
Το πόσο συνειδητή είναι αυτή η επιλογή τόσο των φεουδαρχών, όσο και των καπιταλιστών, φαίνεται και από την εχθρική αντιμετώπιση του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας, του μόνου που συσχέτιζε την πραγματική και ολόπλευρη ανάπτυξη των ελευθεριών των εθνοτήτων με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας. Γι' αυτό το λόγο έχει σημασία έστω και σημειολογικά να αναφέρουμε το γεγονός ότι στην Τραπεζούντα, εκεί δηλαδή όπου ο ελληνοποντιακός πληθυσμός είχε μια ηπιότερη αντιμετώπιση από τις αρχές, η παρουσία του πρώτου ηγέτη των Τούρκων κομμουνιστών Μουσταφά Σουπχί θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη, ώστε να δολοφονηθεί (Γενάρης 1921).
Η καλλιεργούμενη στοίχιση των μαζών πίσω από «ομόθρησκες» ή «ομόφυλες» αλλά με αντίθετα ταξικά συμφέροντα «ηγεσίες» είναι αυτή που επέφερε ή ανέχτηκε σφαγές χιλιάδων αμάχων, απάνθρωπες αλληλοσφαγές λαών.
Στην ουσία, αυτή η «ομόφυλη» στοίχιση πίσω από την ανταγωνιζόμενη μεταξύ της ελληνική και αρμενική αστική τάξη είναι που αδυνάτισε π.χ. τόσο τις απελευθερωτικές προσπάθειες των Αρμενίων (κυρίως μέχρι το 1896), όσο και τις δυνατότητες της ένταξης του (αριθμητικά σαφώς μικρότερου) ποντιακού ελληνισμού σε μια ευρύτερη σε έκταση Αρμενία (1918/1920).
Η σύνδεση της τύχης ολόκληρων εθνοτήτων με τα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (οι Αρμένιοι με τη Ρωσία και τη Γαλλία, οι Ελληνες κι οι Σύροι Μαρωνίτες με τους Αγγλογάλλους κλπ.) καθώς και με τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των ήδη κυρίαρχων «ομοεθνών» κρατών (Σερβία και Ελλάδα) θα οδηγήσει σε λάθος κατεύθυνση και σε τραγικά αποτελέσματα τις εξεγέρσεις τους.
Ετσι ενώ π.χ. ο ελληνοτουρκικός πόλεμος με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη (1897) καταλήγει σε ήττα της Ελλάδας, οι μεγάλες δυνάμεις επεμβαίνουν αμέσως για να εξασφαλίσουν μια ενδιάμεση λύση προς όφελος της Ελλάδας (αυτονομία της Κρήτης υπό Ελληνα πρίγκιπα). Στην περίπτωση των Αρμενίων που προαναφέραμε, όταν δηλαδή ο Αβδουλχαμίτ Β΄ στέλνει φανατικές ισλαμικές κουρδικές φυλές να ξεκάνουν δεκάδες χιλιάδες Αρμενίων (1894-1896), η «δυτική χριστιανοσύνη» περιορίστηκε στα κροκοδείλια δάκρυα κι αργότερα στην καταγραφή των βαρβαροτήτων. Οι οικονομικές τους συναλλαγές με τον Σουλτάνο παραήταν τότε καλές για να τις διακινδυνέψουν. (Χώρια που οι Αρμένιοι αλληθώριζαν πιο πολύ προς τη Ρωσία απ' ό,τι προς αυτούς!).
Η σύνδεση με τα συμφέροντα των Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας αποτελεί άλλωστε και την πηγή ανησυχίας του γερμανικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα, που από το 1905 με το «σιδηρόδρομο της Βαγδάτης» εισέρχεται με έντονους ρυθμούς στην οικονομία και στην πολιτική της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι Γερμανοί στρατιωτικοί είναι αυτοί που στις αρχές του Παγκοσμίου Πολέμου πιέζουν και πετυχαίνουν την εφαρμογή δικού τους σχεδίου απομάκρυνσης του ελληνικού πληθυσμού από την Ανατολική Θράκη και τα παράλια της Μικράς Ασίας, σχέδιο που στη συνέχεια θα εφαρμοστεί και στους Ελληνες του Πόντου. Μια απομάκρυνση που στοίχισε τη ζωή χιλιάδων Ελλήνων, όχι όμως αυτών που ονομάζουμε «επιφανείς οικονομικοί παράγοντες».
Η εξαθλίωση των Τούρκων και οι αντιθέσεις με τους αλλόφυλους
Οι λίγοι Τούρκοι χειροτέχνες λειτουργούσαν ακόμα στα πλαίσια των μεσαιωνικών συντεχνιών. Ηδη ακόμα και πριν τη διείσδυση του «ξένου» κεφαλαίου δυσκολεύονταν το ίδιο όσο και οι Τούρκοι έμποροι να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τους μη μωαμεθανούς μεγαλέμπορους. Τα φθηνότερα εμπορεύματα που διέθετε πλέον το ξένο κεφάλαιο στην (περιορισμένη) εσωτερική αγορά κατέστρεψαν τελειωτικά αυτά τα τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης.
Στην Ανατολία (στον βασικό τουρκικό πυρήνα της αυτοκρατορίας), που ήταν και η πιο καθυστερημένη οικονομικά περιοχή, ο Τούρκος επί το πλείστον αγρότης στέναζε ακόμα κάτω από τα φεουδαρχικά δεσμά. Η σοδειά του μοιραζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ανάμεσα στους φεουδάρχες μεγαλογαιοκτήμονες (αγάδες) - που ενώ αποτελούσαν μόνο το 5% του αγροτικού πληθυσμού κατείχαν τα 2/3 της γης - και στο σουλτάνο, στον οποίο συνέχιζε να αποδίδει τη «δεκάτη» (Ασάρ) ως κρατικό φόρο.
Ο ίδιος Τούρκος αγρότης επάνδρωνε ως επί το πλείστον και τον οθωμανικό στρατό, όπου κάτω από συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης καλούνταν να εκπληρώσει τις επιθυμίες του Σουλτάνου-Χαλίφη, μετακινούμενος συνεχώς, απ' άκρη σ' άκρη της αυτοκρατορίας, για να καταστείλει τους απελευθερωτικούς αγώνες των Βούλγαρων, Ελλήνων, Σέρβων, Αρμενίων, ακόμα και των «ομόθρησκων» Αράβων, Αλβανών και Κούρδων. Εχανε τη ζωή του σε ξένα γι' αυτόν μέρη όχι μόνο στη μάχη, αλλά και μέσα στις άθλιες συνθήκες υγιεινής και σίτισης των στρατοπέδων. Απ' όσους π.χ. στέλνονταν να πολεμήσουν στην «ομόθρησκη» Υεμένη, μόνο το 1/5 ξαναγύριζαν σπίτι τους. Οι υπόλοιποι είτε σκοτώνονταν, είτε πέθαιναν από επιδημίες και εξάντληση. Μέσα σ' αυτήν την απεγνωσμένη κατάσταση, συνειδητοποιώντας ότι η πίστη στην παντοδυναμία του Αλλάχ και του επί Γης εκπροσώπου του δεν αρκούσαν για να τον σώσουν, ο Τούρκος αγρότης - στρατιώτης οδηγείται στις μόνες επιλογές που του επιτρέπει η κοινωνική, ταξική του διαπαιδαγώγηση (μάλλον η έλλειψη τέτοιας διαπαιδαγώγησης). Στον αυτοτραυματισμό ή στη λιποταξία στα βουνά, όπου για να μη λιμοκτονήσει θα ενταχθεί σε ληστοσυμμορίες. Συμμορίες που θα γίνουν απάνθρωπες όσο και οι συνθήκες επιβίωσής τους. Συμμορίες που στοχεύουν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στον (όποιο) πλούτο των «άπιστων», αλλά και συγκριτικά ευπορότερων πληθυσμών.
Η τουρκική αστική τάξη
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση και σφαγή
Οι Πόντιοι ξεσηκώνονται με προτροπή της «μητέρας πατρίδας» (της ελληνικής αστικής τάξης), οι Κούρδοι με προτροπή των Αγγλων, ενώ οι Αρμένιοι όπως προαναφέραμε εισβάλλουν στο ανατολικό τμήμα. Είναι κατανοητό ότι μόνο με μεγάλη αποφασιστικότητα (αλλά και σκληρότητα ταυτόχρονα) θα μπορούσε ο επαναστατικός στρατός να αντεπεξέλθει σ' έναν τόσο πολυμέτωπο αγώνα. Κι όμως τα κατάφερε, υποχρεώνοντας αρχικά τις ιταλικές δυνάμεις να αποσυρθούν στα παράλια της Αττάλειας (Δεκέμβρης 1919) και μετά τις γαλλικές δυνάμεις να αποσυρθούν στην Κιλικία υπογράφοντας και ανακωχή (Μάης 1920). Οι εθνικιστικές αρμένικες δυνάμεις των Ντασνάκ μετά από πανωλεθρία θα υπογράψουν στις 2/12/1920 τη συνθήκη ειρήνης της Αλεξανδρούπολης (Λενινακάν), αποποιούμενες το μεγαλύτερο τμήμα της Αρμενίας. (Λίγο αργότερα θα ανατραπούν από τους Αρμένιους εργαζόμενους που θα εγκαθιδρύσουν σοβιετική εξουσία στο Ερεβάν).
Το 1921, ο ελληνικός στρατός (με την ενθάρρυνση και του αγγλικού παράγοντα) θα παραμείνει μοναδική εμπόλεμη ξένη στρατιωτική δύναμη στο τουρκικό έδαφος. Αυτό δε θα επιφέρει μόνο την καταστροφή του ένα χρόνο αργότερα (Αύγουστος 1922), αλλά και τον αιματηρό ξεριζωμό του ελληνισμού.
Αυτό που παραμένει ακόμα για διερεύνηση είναι το πού στηρίχτηκε η προσδοκία του ποντιακού ελληνισμού (τουλάχιστον τμημάτων του), που όντας μειοψηφία σε όλες τις περιοχές είχε την αυταπάτη ότι θα ιδρύσει ανεξάρτητο κράτος ή ότι τέλος πάντων ένα κομμάτι στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας θα ενωθεί (διά μαγείας;) με το ελληνικό κράτος! Το σίγουρο είναι ότι τα εξ Αμερικής ποντιακά σωματεία είχαν κάνει σημαία τους τον ανεξάρτητο Πόντο υπό την κηδεμονία (ω, τι σύμπτωση) του Προέδρου των ΗΠΑ Ουίλσον (που κατά τα άλλα τάσσονταν «από λόγους αρχής» ενάντια στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!). Οριστική άρνηση του Προέδρου σ' αυτήν την πρόταση δεν κατορθώσαμε να βρούμε!
Του
Νίκου ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΑΚΗ*
* Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Νίκου ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΑΚΗ*
* Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου